ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΚΟΡΙΚΟΣ

Οι Πόντιοι στον Πόντο και στις άλλες χώρες

 

Μέρος 5o/6 – Το Ποντιακό Ζήτημα

 

Όταν ένα έθνος έχει ξεριζωθεί από τον τόπο του και αγωνίζεται να απελευθερώσει την πατρίδα του, αναγκαστικά θα στηριχθεί αρχικά στις δυνάμεις της διασποράς, αλλά την τελική νίκη θα δώσουν όσοι είναι ακόμα εγκατεστημένοι στην πατρίδα τους. Πάρτε για παράδειγμα τους Παλαιστίνιους σήμερα, (οι οποίοι ισχυρίζονται βάσιμα ότι έλκουν την καταγωγή τους από τους αρχαίους Κρητικούς) ή τους Εβραίους πριν από αυτούς. Το ανάλογο ισχύει για τους Ποντίους. Ο αγώνας τους είναι εθνικοαπελευθερωτικός με σαφές κοινωνικό περιεχόμενο γιατί το μεγάλο κεφάλαιο δεν εμποδίζεται από την κατοχή της πατρίδας, να δράσει και να κερδίσει.

Σήμερα οι Πόντιοι που έχουν απομείνει στον Πόντο είναι μουσουλμάνοι, αλλά γνωρίζουν την καταγωγή τους και όσο το τουρκικό κράτος εκδημοκρατίζεται τόσο δεν θα εμποδίζονται να διατηρήσουν την ταυτότητά τους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η νέα γενιά χάνει τη γλώσσα της. Επομένως έχουμε δύο στόχους μπροστά μας οι οποίοι προκύπτουν εξ’ ανάγκης και όσο βρισκόμαστε σε άμυνα: Να ενισχύσουμε όλοι την πορεία εκδημοκρατισμού του τουρκικού κράτους, ώστε να σέβεται τα δικαιώματα των αυτόχθονων λαών που το συναποτελούν και να διατηρήσουν τη γλώσσα τους οι Πόντιοι ενισχύοντας την ελληνοφωνία. Το ίδιο πρόβλημα με την απώλεια της γλώσσας από τη νέα γενιά έχουμε και με τους χριστιανούς Ποντίους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και με τους μουσουλμάνους Ποντίους στην Κωνσταντινούπολη και στο Εξωτερικό. Συνεπώς είναι συνολικό πρόβλημα και πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ενιαία. Να ένα κοινό πρόβλημα που μας υπαγορεύει να έχουμε και κοινές οργανωτικές δομές για όλους τους Ποντίους. Βλέπουμε όμως ότι τα προβλήματά τους έχουν φτάσει σε σημείο που δεν αρκούν οι πολιτιστικές δομές για να προτείνουν λύσεις.

Στα σχεδόν 100 χρόνια του ξεριζωμού των Ποντίων, έχουν αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα διάσπασης της ταυτότητάς τους, αλλά στην ιστορία έχουμε παραδείγματα όπου λαοί ξεπέρασαν μεγαλύτερα, ανάλογα προβλήματα σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι Παλαιστίνιοι, οι Εβραίοι αλλά και εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες είμαστε καλά παραδείγματα. Δεν μπορείς να λύσεις αυτά τα προβλήματα όταν διώκεσαι και πρέπει να επιβιώσεις. Αφού εξασφαλίσεις τη ζωή σου, ενδιαφέρεσαι για τα υπόλοιπα προβλήματα.

Η πρώτη σκέψη των διωκόμενων Ποντίων στην αρχαία εποχή ήταν να καταφύγουν σε άλλες ελληνικές πόλεις. Οι πιο κοντινές, ήταν γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα. Από την εποχή που οι Ρώσοι έγιναν χριστιανοί είχαν άλλον έναν λόγο να προτιμούν τη Βόρεια ακτή της (επί των ημερών της Ανατολικής Βυζαντινής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) και από την ώρα που έγιναν αυτοκρατορία έναν ακόμα. (Επί των ημερών της Μεγάλης Αικατερίνης και μετέπειτα). Οι Πόντιοι δεν ήταν στο πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας, ενώ η απελευθέρωση της Ιωνίας ήταν ο τέταρτος απελευθερωτικός αγώνας που ανέλαβαν οι Έλληνες και με σχετικά καλές προϋποθέσεις. Πάντως καλύτερες από τους τρείς πρώτους. Υπήρχε εθνικό κράτος, υπήρχε για πρώτη φορά καλά εξοπλισμένος στρατός, υπήρχε καλός ηγέτης και υπήρχαν ισχυροί και μεγάλοι σύμμαχοι που μας υποστήριζαν.

 Ο πρώτος απελευθερωτικός αγώνας ήταν το 1821, ο δεύτερος ήταν η Μακεδονία, ο τρίτος ήταν η Κρήτη και ο τέταρτος ήταν η Ιωνία και η Θράκη. Και οι τέσσερις κατέληξαν σε στρατιωτική αποτυχία, αλλά  οι πρώτοι τρείς παρήγαγαν πολιτικά αποτελέσματα. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα οι Πόντιοι διοχετεύονταν όταν διώκονταν κυρίως στον Καύκασο και στη Ρωσία που ήταν στην απέναντι ακτή. Διέφευγαν και από την ξηρά και από τη θάλασσα. Εκεί ενίσχυαν τις αρχαίες ελληνικές πόλεις και έβρισκαν καταφύγιο από τους ομοφύλους τους και από τις συνήθως φιλικές κρατικές αρχές. Η πιο εχθρική κρατική αρχή ήταν η Ρωσία την εποχή του Στάλιν.

Η Ποντιακή επανάσταση συνέπεσε με την Οκτωβριανή επανάσταση και συνδέθηκε με αυτήν κατά τρόπο τραγικό και αναγκαστικό. Η μπολσεβίκικη επανάσταση βρήκε τη Ρωσία σε πόλεμο με τη Γερμανία (γι’ αυτό κι εκείνη προώθησε τη μπολσεβίκικη ηγεσία με σφραγισμένο τραίνο στη Ρωσία μέσα από το μέτωπο, για να ανατρέψουν τον Τσάρο) και με την Τουρκία. Στο τουρκικό μέτωπο ο ρωσικός στρατός είχε καταλάβει την Τραπεζούντα πρωτεύουσα του Πόντου, και είχε ξεσηκώσει τους Έλληνες να στρατευθούν και να την υποστηρίξουν για να φτάσει ως την Κωνσταντινούπολη.

Οι μισοί Πόντιοι υποστήριξαν τους Ρώσους και με την ελληνική Μεραρχία (του ρωσικού στρατού) που έφτιαξαν και με το αντάρτικο που είχαν ξεκινήσει για δικούς τους λόγους και με την διακυβέρνηση των πόλεων την οποία παρέλαβαν από τις οθωμανικές αρχές και διατήρησαν στη ρωσική κατοχή. Οι άλλοι μισοί (σχηματικά μιλώντας) ήταν επιφυλακτικοί γιατί ήξεραν ότι κι άλλες φορές οι Ρώσοι είχαν ξεσηκώσει τους Έλληνες και μετά τους εγκατέλειψαν κάνοντας ειρήνη με τον σουλτάνο, κι άλλες φορές είχαν φτάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη, αλλά οι άλλες μεγάλες δυνάμεις στο τέλος, τους υποχρέωναν να την αφήσουν και να φύγουν. Το ίδιο έκαναν και με τον Ιμπραήμ, το γιό του Μωχάμετ Άλη της Αιγύπτου. Τον υποχρέωσαν να μη μπει στην Πόλη, και να γυρίσει πίσω από το Ικόνιο, ενώ δεν υπήρχε πια τουρκικός στρατός για να τον σταματήσει.

Οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα, το οποίο τερμάτισε και την επανάσταση και τον Τσάρο και τον πόλεμο. Έκαναν άρον – άρον μονομερή ειρήνη με τη Γερμανία εγκαταλείποντας τους άλλους συμμάχους της Ρωσίας (επί Τσάρου) και αποχώρησαν από τα εδάφη των Οθωμανών μονομερώς χωρίς να έχουν υπογράψει συνθήκη ειρήνης. Οι Πόντιοι βρέθηκαν εκτεθειμένοι, απέναντι στις οθωμανικές αρχές που επανήλθαν, αλλά όχι όλοι. Η διακυβέρνηση των Ρωμιών ήταν μετριοπαθής και είχαν διασώσει τους φίλους και συγγενείς τους μουσουλμάνους τους οποίους εκείνη την εποχή ονόμαζαν Τούρκους αν ήταν ελληνικής καταγωγής και δεν ανήκαν σε άλλο διακριτό έθνος. Οι Πόντιοι που είχαν εκτεθεί εντασσόμενοι στο ρωσικό στρατό ή στο αντάρτικο, αποχώρησαν μαζί με το ρωσικό στρατό και κατέφυγαν άλλη μια φορά στη Ρωσία και στις άλλες ανεξάρτητες χώρες του Καυκάσου και της Μαύρης Θάλασσας.

Όταν οι σύμμαχοι επανέφεραν τον Ελευθέριο Βενιζέλο στην εξουσία διώχνοντας τον Κωνσταντίνο, η Ελλάδα προσχώρησε στην Αντάντ (τριπλή συμμαχία Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας την οποία απέσπασαν από τη συμμαχία της Γερμανίας) και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Οθωμανών. Μετά έλαβε την εντολή από τους Συμμάχους να κάνει απόβαση στη Σμύρνη. Την ίδια μέρα ο Κεμάλ έλαβε από τον Σουλτάνο, μετά από την ίδια συμμαχική πίεση, την ίδια εντολή που έλαβε και ο ελληνικός στρατός: Να πάει στον Πόντο για να διασώσει τους χριστιανούς από αντίποινα των φανατικών μουσουλμάνων, ενώ ο τουρκικός στρατός θα συνέχιζε να αφοπλίζεται σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Ο  Κεμάλ έκανε το αντίθετο. Αυτονομήθηκε από τον Σουλτάνο, σταμάτησε τον αφοπλισμό του τουρκικού στρατού σε εκείνες τις απομακρυσμένες περιοχές, ενθάρρυνε τους μουσουλμάνους τσέτες να επιτίθενται εναντίον των χριστιανών και στις πόλεις πλέον, όχι μόνο στα χωριά και ξεκίνησε να οργανώνει στρατό.

Εκείνη τη στιγμή οι Ρώσοι μπολσεβίκοι τον υιοθέτησαν παντοιοτρόπως γιατί ήθελαν πάσει θυσία να σταθεροποιήσουν το καθεστώς τους και σε καμία περίπτωση δεν ήθελαν πόλεμο. Ο προφανής σύμμαχός τους στην περιοχή ήταν ο Κεμάλ, γιατί ο Σουλτάνος είχε ήδη συνθηκολογήσει με την Αντάντ, η οποία μόλις νίκησε τη Γερμανία, αμέσως έκανε απόβαση στην Κριμαία για να ανατρέψει και τους κοινωνικούς της εχθρούς τους κομμουνιστές, οι οποίοι είχαν ανατρέψει τον Σύμμαχό τους τον τσάρο. Εκεί ο Βενιζέλος ήταν υποχρεωμένος για να τα έχει καλά με τους Άγγλους, ή έκανε το λάθος να συμμετάσχει με ελληνικές (νικηφόρες ως τότε) στρατιωτικές δυνάμεις και να δείξει τον πρώϊμο αντικομμουνισμό του, αποσπώντας ανταλλάγματα από τους Άγγλους σε άλλα μέτωπα.

Το ελληνικό συμφέρον ήταν να τους εξηγήσει ότι επειδή υπάρχουν πολλοί Έλληνες στην περιοχή, πρέπει να εξαιρεθούμε εμείς. Οι Άγγλοι όμως και γι’ αυτό ήθελαν τους Έλληνες. Γιατί οι Έλληνες ήταν αυτόχθονες και ο ελληνικός στρατός γινόταν δεκτός με ενθουσιασμό από τους Έλληνες της Ρωσίας και της Ουκρανίας κι εκείνοι έκαναν την προπαγάνδα τους. Έτσι όμως έγιναν μισητοί στη μπολσεβίκικη κυβέρνηση και οι Έλληνες του ελληνικού κράτους ως τσιράκια των Άγγλων και συνεργάτες του αγγλικού ιμπεριαλισμού, αλλά και οι Έλληνες της Ρωσίας και της μετέπειτα Σοβιετικής Ένωσης γιατί υποδέχθηκαν τους Έλληνες στρατιώτες με χαρά άρα ήταν συνεργάτες του εχθρού που εισέβαλαν στη σοσιαλιστική πατρίδα και επομένως και στους Έλληνες του Πόντου οι οποίοι τότε για πρώτη φορά, σκέφτηκαν να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος του ελληνικού Πόντου.

 Έστειλαν λοιπόν έναν χάρτη και μια επιστολή στον Λέοντα Τρότσκυ που ήταν πιά υπουργός Εξωτερικών των Μπολσεβίκων. Γιατί η Ρωσία αποχωρώντας από τα οθωμανικά εδάφη, μπορούσε να αναγνωρίσει τις ελληνικές αρχές ως ανεξάρτητο κράτος για να προστατευθούν τα σύνορά τους από ένα άλλο φιλικό προς αυτούς κράτος. Ο Κωνσταντινίδης που έστειλε την επιστολή, του εξηγούσε και τους μακρόχρονους φιλικούς δεσμούς που είχαν οι Έλληνες με τους Ρώσους εδώ και αιώνες. Ο Τρότσκυ ήταν από τους πιο διαβασμένους μπολσεβίκους και ασφαλώς γνώριζε την ιστορία, αλλά εκείνη την ώρα επειγόταν να επιζήσει ο ίδιος (και το καθεστώς του με αρχηγό τον Λένιν και με τον Στάλιν απλό μέλος της ηγεσίας από τα πιο αφανή), ως Μπολσεβίκος και όχι ως Ρώσος. Αντιμετώπιζαν εμφύλιο πόλεμο για να τους ανατρέψουν και εξωτερική επέμβαση ταυτόχρονα. Ο Τρότσκυ και ο Λένιν και η ηγεσία των μπολσεβίκων προτίμησαν να υποστηρίξουν τον εχθρό των εχθρών τους τον Κεμάλ. Οι Έλληνες του Πόντου, ήταν Έλληνες όπως και ο Βενιζέλος και ο ελληνικός στρατός που εισέβαλε μαζί με τους Άγγλους στην Κριμαία όπως και οι εγκατεστημένοι από αιώνες στα ρωσικά και ουκρανικά εδάφη και κουνούσαν τις σημαίες στους εισβολείς. Άλλη μια φορά το κοινωνικό ταυτίζεται με το εθνικό. Ο Βενιζέλος εκπροσωπούσε την ανερχόμενη αστική τάξη. Οι μπολσεβίκοι δεν έπεσαν έξω σ’ αυτό.

Προτίμησαν τον Κεμάλ, απολύτως δικαιολογημένα, δεδομένων των συνθηκών και μιλώντας ορθολογικά και όχι συναισθηματικά. Θα ήταν ανόητο να βάλουν τον εισβολέα … Βενιζέλο στα νότια σύνορά τους ενώ είχαν τον Κεμάλ.  Κοίταξαν το συμφέρον τους μόνο. Του έστειλαν πάνω από 20 εκατομμύρια χρυσά ρούβλια τη στιγμή που οι Ρώσοι πεινούσαν, τους έστειλαν και όπλα και χίλια φυσίγγια για κάθε τουφέκι και πυροβολαρχίες ολόκληρες και ιματισμό και κάθε είδους εξοπλισμό και προμήθειες, αλλά και κυρίως τον κάλυψαν ιδεολογικά και πολιτικά θεωρώντας ότι ήταν εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.

Εκεί έκαναν λάθος. Τα απελευθερωτικά κινήματα δεν κάνουν γενοκτονίες εναντίον άλλων εθνών και ο Κεμάλ είχε ήδη βάψει τα χέρια του με αίμα πριν νομιμοποιηθεί ως εκπρόσωπος του νέου τουρκικού κράτους. Εκείνη τη στιγμή όμως οι μπολσεβίκοι ήταν ο μοναδικός σύμμαχος του Κεμάλ και ο Κεμάλ ο μοναδικός σύμμαχος των μπολσεβίκων οι οποίοι δεν είχαν επιβληθεί ακόμη. Αυτή ήταν η εικόνα των μπολσεβίκων για τους Έλληνες. Την ίδια εικόνα είχαν και οι Έλληνες κομμουνιστές της εποχής όπως ο Ζαχαριάδης που τότε ήταν στην Κωνσταντινούπολη.

Εδώ δεν νομίζω ότι έκανε λάθος ο Τρότσκυ, αλλά ο Βενιζέλος. Δεν στρέφεσαι με τα όπλα εναντίον μιας μεγάλης δύναμης, ακόμα κι όταν είναι πεσμένη. Αντιθέτως ακολουθείς πολιτική αρχών και επικαλούμενος στην ανάγκη το κρατικό συμφέρον δεν επεμβαίνεις στρατιωτικά. Αυτό το ιστορικό εμπειρικό συμπέρασμα μας είναι χρήσιμο και σήμερα που η Ρωσία είναι πεσμένη κι εμείς είμαστε με τους Αμερικάνους. Η συμμαχία είναι συμμαχία, αλλά η Ελλάδα δεν επιτρέπεται να κηρύξει τον πόλεμο στη Ρωσία αν το κάνουν οι Αμερικάνοι. Λυπούμαστε φίλε Τράμπ, αλλά εμείς έχουμε Έλληνες στη Ρωσία. Κι αυτό αρκεί. Το ίδιο λάθος έκανε και η Πολωνία. Εισέβαλε στη Ρωσία.  Μετά από λίγα χρόνια ο Στάλιν την έκοψε στα δυο με τον Χίτλερ. Το ανατολικό κομμάτι είναι ακόμα μέρος της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας. Δεν επεστράφη ποτέ στην Πολωνία, η οποία αποζημιώθηκε με ένα κομμάτι της Γερμανίας στα δυτικά.

Όταν αργότερα ο Στάλιν επιβλήθηκε όλων, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, την πλήρωσαν οι Πόντιοι στο εσωτερικό μαζί με τους αυτόχθονες Έλληνες. Εκτοπίστηκαν από τον Καύκασο και από την Κριμαία και την Ουκρανία, (αδίκως γιατί κανένας Έλληνας δεν υποστήριξε τους Γερμανούς εισβολείς, αντίθετα συμμετείχαν στην αντίσταση εναντίον τους) και εκτοπίστηκαν στα βάθη της Κεντρικής Ασίας στο Καζακστάν και στο Ουζμπεκιστάν. Η ιστορία κάνει φάρσες και παίζει μαζί μας γιατί αυτές είναι οι κοιτίδες των Τούρκων/Τουρκομάνων.

Το αστείο της ιστορίας, η οποία δεν παίζει ζάρια, ήταν ότι οι εκτοπισμένοι Έλληνες συναντήθηκαν εκεί με τους Έλληνες αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού όταν τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα το 1949. Δεν φτάνει που είχαν κάνει εικόνισμα τον Στάλιν, δεν φτάνει που άφησε τους Άγγλους να τους σφάξουν, ενώ μπορούσε εγκαίρως να τους ειδοποιήσει να συμμορφωθούν, τους διέσωσε στέλνοντάς τους όχι σε μια ρώσικη περιοχή με Έλληνες, π.χ. στην Κριμαία ή στην Αζοφική, αλλά τους έστειλε εκεί που ήταν ο τόπος εξορίας των ύποπτων και των αντιφρονούντων!!! Έστειλε τα τσιράκια του να κατασκοπεύουν τους ύποπτους Πόντιους! Έτσι υπολόγιζε. Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμα και οι κομμουνιστές ανακάλυψαν τους Πόντιους (η Αριστερά είχε άγνοια εκείνη την εποχή της ιστορίας) και τους βοήθησε να ανακαλύψουν τον σταλινισμό.

Ενώ πολλοί Πόντιοι και Έλληνες υποστήριξαν τους μπολσεβίκους και ένας από αυτούς έγινε αργότερα αρχηγός της Αριστεράς στα δύσκολα/πέτρινα χρόνια: Ο Ιωάννης Πασαλίδης. Πρόεδρος της ΕΔΑ, παλιός σοσιαλιστής, με δράση στη Ρωσία την εποχή της επανάστασης που επέστρεψε στην Ελλάδα ως Πόντιος μετά την καταστροφή της πατρίδας του. Για τους ίδιους ιστορικούς λόγους οι Πόντιοι οπλαρχηγοί της Μακεδονίας ήταν … εθνικόφρονες στην αντίσταση του 1941-1944 και απείχαν από το ΕΑΜ.

Εκτός από τον πόλεμο που είχε αυτές τις διασπαστικές επιπτώσεις στους Ποντίους, τα επόμενα χρόνια πλήρωσαν το κόστος της μετανάστευσης. Στη δεκαετία του 1950 και του 1960 είχαμε νέο κύμα μετανάστευσης για οικονομικούς λόγους αυτή τη φορά. Μαζί με τους Έλληνες μετανάστευαν και οι Πόντιοι, μαζί με τους Τούρκους μετανάστευαν και οι Πόντιοι. Αυτή τη φορά οι περισσότεροι κατευθύνονταν στη Δυτική Ευρώπη και μάλιστα στη Γερμανία. Μετανάστες έγιναν και οι Κρητικοί και οι Αρμένιοι. Αλλά οι Κρητικοί είχαν τη λεβεντομάνα Κρήτη που αναπαρήγαγε την κρητική ιδιαίτερη ταυτότητά τους και οι Αρμένιοι είχαν την Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αρμενίας.

Οι Πόντιοι στον Πόντο ήταν σε βαθιά παρανομία και δίωξη υπό ισχυρή πίεση για αφομοίωση  ως μουσουλμάνοι (Τούρκος ή θάνατος) και την ταυτότητά τους αναπαρήγαγαν μόνον οι οικογένειες, τα πολιτιστικά σωματεία διατηρούσαν την ιστορική μνήμη στην Ελλάδα, στην Τουρκία και στη Σοβιετική Ένωση και οι Πόντιοι έφτιαξαν και νέα ιδρύματα όπως την Παναγία Σουμελά στη Βέροια.

Έτσι σήμερα έχουμε τους Πόντιους της Ελλάδας που μιλάνε τα νέα ελληνικά και όχι την Ποντιακή διάλεκτο (την οποία μιλούσε ο Πασαλίδης ακόμα και στη Βουλή) τους Πόντιους της πρώην Σοβιετικής Ένωσης (όπως ο Ιβάν Σαββίδης που θέλει διερμηνέα από τα ρώσικα), τους Πόντιους της Τουρκίας που μιλάνε τούρκικα, όπως και σε προηγούμενους αιώνες είχαμε τους τουρκόφωνους, ως και τους ταταρόφωνους στην Κριμαία ή τις εξισλαμισμένες κοινότητες τις οποίες ακόμα και το ελληνικό κράτος κάποτε τις θεώρησε τουρκικές, επειδή έτσι τις ονόμαζε το Πατριαρχείο!!!

Η σταδιακή απώλεια της γλώσσας, η απαγόρευση αναπαραγωγής της ιστορικής μνήμης στην Τουρκία, ή η παραχάραξη της ιστορικής μνήμης μέσω της λήθης στην Ελλάδας και στην Τουρκία, οι αλλαγές στους ηθικούς κανόνες και κώδικες (στις σύγχρονες χώρες κυνηγάνε τον εύκολο πλουτισμό του καπιταλισμού καζίνο) η συρρίκνωση των Ποντίων καλλιτεχνών και διανοουμένων, η έλλειψη ποντιακού Τύπου  είναι μερικές πλευρές της κρίσης ταυτότητας των Ποντίων η οποία βιώνεται σε διαφορετική ένταση σε κάθε χώρα. Οι θεσμοί του ελλαδικού κράτους δεν ικανοποιούν τις γνωστικές, πολιτιστικές και επιστημονικές ανάγκες των Ποντίων. Το ίδιο συμβαίνει σε διαφορετικό βαθμό με το τουρκικό ή με το ρώσικο κράτος. Χωρίς να αθωώνουμε τα άλλα κράτη, η Ελλάδα γιατί το κάνει; Δεν κατανοεί το αυτονόητο; Ότι η Ποντιακή ταυτότητα είναι μέρος της ελληνικής ταυτότητας; Η απάντηση είναι θετική. Ναι! Δεν κατανοεί. Ούτε το κράτος, ούτε τα κόμματα. Ούτε το υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο έπρεπε να είναι το πρώτο.

Το 1937, στη Ρωσία, στην Ουκρανία, στη Γεωργία, στην Αρμενία, στο Καζακστάν, είχαμε τον αποκεφαλισμό της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας της πρώτης γενιάς. Το 1947 είχαμε σε όλη τη Σοβιετική Ένωση τις εκτοπίσεις στα βάθη της Ασίας. Έτσι οι Πόντιοι κατελήφθησαν από αίσθημα ανασφάλειας και αφανισμού χωρίς ελπίδα και τάση φυγής προς την Ελλάδα γιατί δεν είχαν που αλλού να στραφούν. Τότε λανσάρησαν και το λαθεμένο σύνθημα: «Επιστροφή»! Τα ελληνικά σχολεία και οι εφημερίδες έκλεισαν, δημοκρατία δεν υπήρχε για να διαμαρτυρηθούν μαζί με τους άλλους σοβιετικούς πολίτες, και οι Πόντιοι προτίμησαν τη φυγή από την αφομοίωση. Όχι όλοι, αλλά αρκετοί.

Οι άλλοι έμειναν αναγκαστικά για λόγους οικογενειακούς, συναισθηματικούς, ερωτικούς ή οικονομικούς. Αυτή η συμπεριφορά των σοβιετικών δημοκρατιών ήταν αντίθετη στην ιστορική παράδοση της περιοχής και των λαών της περιοχής. Αφαιρεί ένα μέρος της ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας όλων αυτών των λαών και οι σημερινές δημοκρατίες πρέπει να το επανορθώσουν. Είναι επομένως χρέος μας να αναπτύξουμε τις σχέσεις, όλων των ειδών, αλλά κυρίως φιλίας, αλληλεγγύης και συνεργασίας με τους λαούς της Ρωσίας, της Ουκρανίας, της Γεωργίας, της Αμπχαζίας, της Αρμενίας, του Καζακστάν, του Αζερμπαϊτζάν. Κι αυτό δεν είναι δουλειά μόνο της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά όλων των κομμάτων, όλων των δήμων (να καλούν για κατασκήνωση μερικές χιλιάδες παιδάκια από κάθε χώρα, να δίνουν υποτροφίες για σπουδές κλπ) και όλων των φορέων. Συνδικάτα και εργοδοτικές οργανώσεις πρέπει να συνεργάζονται για να διευκολύνουν όσους θέλουν να δουλέψουν προσωρινά στην Ελλάδα ή και να εγκατασταθούν μόνιμα. Να τους βρίσκουν δουλειά, να τους μαθαίνουν ελληνικά ή να τους γλυτώνουν από τη μοναξιά.

Τα λίγα θετικά μέτρα, όπως η επαναλειτουργία ελληνικών σχολείων ή και θεάτρου στο Σοχούμι, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ως ξένης γλώσσας, πρέπει να διευρυνθούν και να επεκταθούν με έξοδα των κρατών αυτών όπου εργάζονται οι Έλληνες/ Πόντιοι. Στο σημείο αυτό πρέπει να ακολουθήσουμε το πρότυπο των Κούρδων, οι οποίοι ζουν σε αυτές τις χώρες (ή των παλαιστινίων σε άλλες χώρες) και οι οποίοι επίσης δεν έχουν κράτος που να τους στηρίζει, αλλά που δημιουργούν μέσω των οργανωτικών τους δομών και πολιτική υποδομή για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Από την άποψη αυτή ο Γαβριήλ Ποπώφ, βουλευτής του Ανώτατου Σοβιέτ και εκλεγμένος πρώτος δήμαρχος της Μόσχας στη νεώτερη εποχή ήταν πρωτοπόρος γιατί πρότεινε να αποκτήσουν οι Πόντιοι και πολιτικό φορέα πέραν των πολιτιστικών σωματείων για να προωθήσουν τα δικαιώματά τους. Πολλοί Πόντιοι το φοβήθηκαν γιατί το 1947 οι σταλινικοί τους κατηγορούσαν ότι ήθελαν να αποσπάσουν μέρος της σοβιετικής επικράτειας στο Νότο, για να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος.

Ο Καύκασος, η Κριμαία και όλα τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας είναι το ιστορικό κέντρο της ζωής και της δράσης των Ελλήνων εδώ και αιώνες και εκεί οι περισσότεροι Έλληνες είναι οι Πόντιοι. Είναι επομένως μέρος του Ποντιακού Ζητήματος και η αποκατάσταση των ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων τους σε αυτές τις χώρες. Διαφορετικά όλοι ο Πόντιοι και όλοι οι Έλληνες θα έχουμε ευνουχιστεί αποκοπτόμενοι βίαια από τη Μαύρη Θάλασσα. Η ιστορία μας και ο πολιτισμός μας φτωχαίνουν και ασθενούν. Ανεξαρτήτως κρατικών συνόρων οι Πόντιοι και οι άλλοι Έλληνες πρέπει να συνεχίσουν να ζουν και να δρουν στη Mαύρη Θάλασσα και τους επόμενους αιώνες. Το εθνικό πάει μαζί με το κοινωνικό συμφέρον.

Ο σκοπός του ελληνικού κράτους δεν πρέπει να είναι η μεταφορά και μετεγκατάσταση των Ελλήνων από τις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες στην Ελλάδα. Αλλά όσοι εξ αυτών χρειαστεί να μετεγκατασταθούν πρέπει να έρχονται εδώ όχι ως παρίες, αλλά ως πολίτες με πλήρη δικαιώματα, σπίτι, δουλειά, οικογένεια, σχολείο και αξιοπρέπεια και ιθαγένεια και διαβατήριο. Για να το κατακτήσουν, ένα από τα όπλα που τους χρειάζονται είναι το δικαίωμα ψήφου το οποίο στερούνται ως τώρα.

Ξεκινώντας από όσους θα ψήφιζαν αν βρίσκονταν την ημέρα των εκλογών στην Ελλάδα, όσους είναι ήδη γραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, σταδιακά μπορούμε να επεκτείνουμε το δικαίωμα ψήφου στους Έλληνες του εξωτερικού ώστε να πάψουμε να είμαστε … ολιγάνθρωποι και … ανάδελφοι. Κι εδώ, οι Εβραίοι έχουν πολλά να μας διδάξουν και νομίζω θα είναι πρόθυμοι, αν τους ζητήσουμε βοήθεια.

Η σοβαρότερη δουλειά πρέπει όμως να γίνει για να βοηθήσουμε τους Πόντιους που έμειναν στον Πόντο. Η καλύτερη ευκαιρία ήταν να ενωθούν οι Πόντιοι στο έδαφος της Δυτικής Γερμανίας όπου βρίσκονταν και οι δύο ομάδες ως μετανάστες τις προηγούμενες δεκαετίες. Η έλλειψη εθνικού σχεδίου από όλα τα ελληνικά κόμματα δεν επέτρεψε να γίνει κάτι τέτοιο όταν έπρεπε, οι δικτατορίες χειροτέρεψαν τα πράγματα και για τους Πόντιους και στις δύο χώρες, και τις τελευταίες δεκαετίες δεν έχει βελτιωθεί η κατάσταση γιατί βιώνουμε χρόνια κρίση με ταυτόχρονη έξαρση ανικανότητας και αδιαφορίας.

Οι Πόντιοι δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα όλης της Ελλάδας, ένα εθνικό σχέδιο πρέπει να γίνει κτήμα όλων των Ελλήνων, αλλά ένα τμήμα του θα αφορά και τον Ποντιακό ελληνισμό. Οι πλέον απομονωμένοι Πόντιοι είναι οι εξισλαμισμένοι κάτοικοι της Τόνιας, των Σούρμενων, της επαρχίας Τραπεζούντας, του Όφη και γενικά του ιστορικού Πόντου. Για πολλές δεκαετίες δεν υπήρχε ούτε επικοινωνία μεταξύ συγγενών τους στο ελληνικό κράτος και στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Όταν αυτή η επικοινωνία επιτράπηκε μετά τη δεκαετία του 1980, φάνηκε όλη η ζημιά που είχε γίνει τα προηγούμενα 65 χρόνια καθώς διακόπηκε σταδιακά η επικοινωνία σε προσωπικό επίπεδο μεταξύ συγγενών και φίλων γιατί ατόνησε το ενδιαφέρον.

Μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται. Σήμερα έχουμε πλήθος τραγικών παραδειγμάτων συγγενών που δεν γνωρίζονται πια αν και γνωρίζουν την ύπαρξή τους. Κι όμως γίνονται ακόμη, γιορτές και γλέντια και πανηγύρια, ιδίως στα παρχάρια το καλοκαίρι, στα οποία θα μπορούσαν να δίνουν ραντεβού για να συναντιούνται μεταξύ τους, όπως επίσης υπάρχουν αντίστοιχες γιορτές και στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη και στην Παναγία Σουμελά, στον Πόντο και στη Βέροια. Παρά τις προσπάθειες του τουρκικού κράτους να αφελληνίσει, να αλλοιώσει και να αφομοιώσει, με τελικό στόχο να τουρκοποιήσει τους Πόντιους, εκείνοι εξακολουθούν να είναι διαφορετικοί και αυτοαποκαλούνται Μαυροθαλασσίτες, (ΚΑRΑ DΕΝΙΖ ΜΙLLΕΤΤΙ) . Με λίγο ψάξιμο εκ μέρους τους, ανακαλύπτουν την κρυμμένη τους ταυτότητα και ένδοξη καταγωγή για την οποία μπορούν να είναι υπερήφανοι. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζουν και οι διώξεις τους από το τουρκικό κράτος.

Η μεγαλύτερη ζημιά έγινε φυσικά από τη στρεβλή καπιταλιστική ανάπτυξη και των δύο κρατών, η οποία οδήγησε τους κατοίκους των χωριών στις μεγάλες πόλεις (Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Κωνσταντινούπολη – Τραπεζούντα κλπ) μια διαδικασία αστικοποίησης μέσω της απόλυτης φτώχιας και της βίαιης αποκοπής των ανθρώπων από τις ρίζες τους, τις παραδόσεις τους και τις συνήθειές τους. Το τουρκικό κράτος μετέφερε επίσης συνειδητά Ποντίους που αγνοούσαν ή τους επέβαλαν να αγνοήσουν την ελληνική τους φυλετική καταγωγή, στην Ίμβρο και στην Τένεδο τα προηγούμενα χρόνια και στην κατεχόμενη Κύπρο μετά το 1974, ώστε ως μουσουλμάνοι να αλλοιώσουν το χαρακτήρα των νησιών και να τα … τουρκοποιήσουν. Η ιστορία όμως παίζει άσχημα παιχνίδια και αυτοί οι εξισλαμισμένοι Έλληνες σε αυτές τις περιοχές μπορούν να ανακαλύψουν ευκολότερα τις ρίζες τους.

Τα τελευταία χρόνια με τη στροφή στην εντονότερη ισλαμοποίηση ολόκληρης της τουρκικής κοινωνίας, επιχειρείται να εγκλωβιστούν και να ακυρωθούν όλες οι διαδικασίες αναζήτησης της ιδιαίτερης ταυτότητας αυτών των πληθυσμών, ώστε να πάψουν να αναδεικνύουν και να αναζητούν και εθνική συνείδηση. Ακόμα κι εδώ όμως η ιστορία έχει φτιάξει μεγάλα παράθυρα, γιατί οι μουσουλμάνοι της Τουρκίας δεν ακολουθούν ένα σουνιτικό δόγμα όπως π.χ. οι περισσότεροι Σαουδάραβες, αλλά πολλές θα λέγαμε αιρέσεις πολυπληθείς και μάλιστα με … ελληνικές ρίζες όπως οι Αλεβίτες (γύρω στο 35% ) και οι Σούφι, πνευματικοί απόγονοι του Ρουμί του Έλληνα, όπως επίσης οι Μπεκτασήδες είναι πολλοί γιατί οι γενίτσαροι ήταν μπεκτασήδες. Για τον ίδιο λόγο έχουμε και πολλούς Αλβανούς μπεκτασήδες. Οι φανατικοί επομένως ισλαμιστές διώκουν όλους αυτούς τους ανθρώπους κι έτσι πολλαπλασιάζουν τις εστίες αντίστασης. Παρόλα αυτά, ακόμα και το 2017 όταν μια απολίτικη ψυχαγωγική ελληνική τηλεοπτική εκπομπή  έφτασε στον Πόντο, τους υποδέχθηκαν με τα λόγια «Ρωμαίοι είμες» και «εχώρτσανέ μας» αφού βεβαιώθηκαν ότι … δεν τους ακούει κανείς, με αφοπλιστική ποντιακή αγνότητα που φτάνει στα όρια της αφέλειας. Ανάλογα παθήματα έχουμε και σε τουρκικές ζωντανές τηλεοπτικές εκπομπές.

Με την αδιαφορία του ελλαδικού κράτους και την επίσημη προπαγάνδα του τουρκικού κράτους, μετά τη γενοκτονία  και τον ξεριζωμό, έχουμε την τουρκοποίηση των εξισλαμισθέντων πληθυσμών με καταστροφή και αφανισμό της μουσικής, των παραδοσιακών τραγουδιών τους, του καλλιτεχνικού και μορφωτικού τους πλούτου, της λαογραφίας τους, του γλωσσικού τους πλούτου, των αρχιτεκτονικών μνημείων και σύμβολων τους. Μέσα στον … παράδεισο του ελληνικού πολιτισμού, φυτεύουν μνημεία μίσους όπως αυτό του Τοπάλ Οσμάν στην Κερασούντα. Η εκδίκηση της ιστορίας είναι ότι έτσι υπενθυμίζουν τη γενοκτονία και το γεγονός ότι υπήρξε επίσημη κρατική πολιτική, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Οι προσπάθειες που έχουν ήδη γίνει μέσω της Ρωσίας, της ΕΕ και της Ουνέσκο, πρέπει να συνεχιστούν ώστε όλα τα αρχιτεκτονικά μνημεία να διασωθούν και να αναδειχθούν και οι ιστορικές μονές όπως της Παναγίας Σουμελά, του Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα και του Αγίου Ιωάννου Βαζελώνος να υπαχθούν στο Πατριαρχείο όπως ήταν πάντοτε.

Related Posts

Αν ήμουν πρωθυπουργός για δύο χρόνια! (2015-2017)

Αν είμασταν κανονική δημοκρατία, θα βρίσκαμε έναν τρόπο, (μέσω των πανεπιστημίων, μέσω των δεξαμενών σκέψης, μέσω…